Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή

1

Παρίσι, 17 Φλεβάρη 1903

Φίλε Κύριε,

Εδώ και λίγες ημέρες πήρα το γράμμα σας. Θέλω να σας ευχαριστήσω για τη μεγάλη και πολύτιμη, για μένα, εμπιστοσύνη που μου δείχνετε. Δε μπορώ όμως να κάνω τίποτα περισσότερο. Δε μπορώ να μπω στην τεχνική των στίχων σας: κάθε είδους κριτική βλέψη είναι κάτι τόσο ξένο από μένα…Η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για ν’ αγγίξεις ένα έργο τέχνης: καταντάει πάντα σε πετυχημένες, λίγο ή πολύ παρανοήσεις. Δε μπορούμε όλα να τα συλλάβουμε και να τα εκφράσουμε –όσο κι αν θέλουν πολλοί να μας πείσουν για το αντίθετο. Τα περισσότερα απ’ όσα μας συμβαίνουν, δε μπορούμε να τα εκφράσουμε, ξετυλίγονται μέσα σε μια σφαίρα, που ποτέ καμιά λέξη δεν την καταπάτησε. Κι απ’ όλα πιο αδύνατο είναι να εκφράσουμε τα έργα της τέχνης, τις μυστηριακές αυτές υπάρξεις, που η ζωή τους δε γνωρίζει τέλος, καθώς πορεύεται πλάι στη δική μας, την περαστική, την πρόσκαιρη ζωή.

Πρέπει, έπειτ’ από τούτη την παρατήρηση, να προσθέσω ακόμα πως οι στίχοι σας δεν έχουν δική τους ατομική έκφραση, κι ωστόσο βρίσκω μέσα κει, δειλό κι αβλάστητο ακόμα, το έμβρυο μιας προσωπικότητας. Τόνιωσα αυτό εντονότερα στο τελευταίο σας ποίημα: Η ψυχή μου . Εκεί, κάτι Δικό σας γυρεύει να βρει έκφραση και μορφή. Και μέσ’ από τ’ όμορφο ποίημά σας στο Leiopardi , αναδίδεται μια κάποια συγγένεια μ’ εκείνον το Μεγάλο Ερημίτη. Ωστόσο, τα ποιήματά σας δεν έχουν δική τους υπόσταση, δεν έχουν αυθυπαρξία- ούτε καν το τελευταίο, ούτε καν το ποίημα το Leopardi . Το γράμμα σας που τα συντρόφευε, δεν παρέλειψε να μου εξηγήσει μια κάποιαν ατελειά τους, που την ένιωσα διαβαζοντάς τα χωρίς όμως και να μπορώ να της δώσω ένα όνομα.

Ρωτάτε αν είναι καλοί οι στίχοι σας. Ρωτάτε εμέναν. Ρωτήσατε, βέβαια, κι άλλους πριν. Τους στέλνετε στα περιοδικά. Τους συγκρίνετε μ’ άλλα ποιήματα, αναστατωνόσαστε όταν κάποιοι αρχισυντάχτες σας γυρνάνε πίσω τα ποιητικά σας δοκίμια. Από δω κι εμπρός (μια και μου επιτρέψατε να σας δίνω συμβουλές) σας παρακαλώ να τ’ απαρνηθείτε όλ’ αυτά. Η ματιά σας είναι γυρισμένη προς τα έξω ? αυτό, προπάντων, δεν πρέπει να κάνετε τώρα πια. Κανένας δε μπορεί να σας συμβουλέψει ή να σας βοηθήσει, κανένας. Ένας μονάχα δρόμος υπάρχει: Βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας, αναζητείστε την αιτία που σας αναγκάζει να γράφετε, δοκιμάστε αν οι ρίζες της φυτρώνουν απ’ τις πιο βαθιές γωνιές της καρδιάς σας. Εξομολογηθείτε στον εαυτό σας: Θα πεθαίνατε τάχα αν σας απαγόρευαν να γράφετε; Τούτο, πρώτ’ απ’ όλα: αναρωτηθείτε, την πιο σιγηλή ώρα της νύχτας σας: «Πρέπει να γράφω;» Σκαλίστε βαθιά μέσα σας, να βρείτε την απόκριση. Κι αν η απόκριση τούτη αντηχήσει καταφατικά, αν απέναντι στο βαθυσήμαντο τούτο ερώτημα μπορείτε να υψώσετε ένα στέριο κι απλό: «Πρέπει», τότε πλάσετε τη ζωή σας σύμφωνα μ’ αυτή την ανάγκη. Η ζωή σας, ακόμα και στην πιο αδιάφορη, την πιο άδεια ώρα της, πρέπει να γίνει σημάδι και μάρτυρας αυτής της ορμής. Ζυγώστε, τότε, τη φύση. Πασχίστε, τότε, να πείτε, σαν νάσαστε ο πρώτος άνθρωπος πάνω στη γη, τι βλέπετε, τί ζείτε, τί αγαπάτε, τί χάνετε.

Μη γράφετε ερωτικά τραγούδια. Αποφύγετε πρώτ’ απ’ όλα τούτα τα πολύ τρεχούμενα και συνηθισμένα θέματα: είναι τα πιο δύσκολα κι ο ποιητής πρέπει να φτάσει σ’ όλη την τρανή ωριμότητα της δύναμής του για να μπορέσει να δώσει κάτι δικό του, εκεί όπου σίγουρη και λαμπερή – κάποιες φορές- η παράδοση παρουσίασε τόσην αφθονία. Μακριά απ’ τα μεγάλα γενικά θέματα, σκύψετε σε κείνα που σας προσφέρει η καθημερινότητα. Ιστορείστε τις θλίψεις και τους πόνους σας, τους φευγαλέους στοχασμούς σας, την πίστη σας σε κάποιαν ομορφιά- ιστορείστε τα όλα τούτα με βαθιά, γαλήνια, ταπεινή ειλικρίνεια, και μεταχειριστείτε, για να εκφραστείτε, τα πράματα που σας περιτριγυρίζουν, τις εικόνες των ονείρων σας και τις πηγές των αναμνήσεών σας. Αν ίσως η καθημερινότητά σας, σας φαίνεται φτωχή, μην την καταφρονήσετε. Καταφρονείστε τον ίδιο τον εαυτό σας, που δεν είναι αρκετά ποιητής και δε μπορεί να καλέσει κοντά του τα πλούτη της. Για το δημιουργό, δεν υπάρχει φτώχια, ούτε φτωχοί κι αδιάφοροι τόποι. Και μέσα σε φυλακή ακόμα αν ήσαστε κλεισμένος, κι οι τοίχοι της δεν αφήνανε τους ήχους του κόσμου να φτάσουν ως εσάς, δεν θα σας έμεναν, ωστόσο, αμόλευτα μέσα σας, τα παιδικά σας χρόνια, ο ακριβός, βασιλικός τούτος πλούτος, ο θησαυρός αυτός των αναμνήσεων; Γυρίστε κατά κει το νου σας. Πασχίστε ν’ ανασύρετε, απ’ το βυθό αυτών των περασμένων τις βουλιαγμένες εντυπώσεις. Η προσωπικότητά σας θα δυναμωθεί, η μοναξιά σας δε θάναι πια άδεια και θα σας γίνει ένα καταφύγιο ονείρου, όπου κανένας θόρυβος απ’ έξω δε θα φτάνει.

Κι αν από τούτη την επιστροφή στον εαυτό σας, από τούτη την καταβύθιση στον δικό σας κόσμο, στίχοι ξεπηδήσουν, δε θα σκεφτείτε να ρωτήσετε τους άλλους αν είναι καλοί στίχοι. Κι ούτε θ’ αποζητήσετε να ενδιαφερθούν τα περιοδικά γι’ αυτούς: οι στίχοι σας δε θάναι, για σας, παρά ένα αγαπημένο φυσικό σας χάρισμα, ένα κομμάτι κι ένας φθόγγος από τη ζωή σας. Ένα έργο τέχνης είναι άξιο μόνο σαν ξεπηδάει από μιαν ανάγκη. Για να το κρίνεις, πρέπει να δεις ποια είν’ η πηγή του. Γι’ αυτό φίλε Κύριε, δε μπορώ να σας δώσω παρά τούτη μόνο τη συμβουλή:

Βυθιστείτε στον εαυτό σας, ψάξτε στα βάθη, απ’ όπου πηγάζει η ζωή σας. Εκεί θα βρείτε την απόκριση στο ρώτημα: πρέπει να δημιουργείτε; δεχτείτε την όπως θ’ αντηχήσει, χωρίς να γυρέψετε το νόημά της. Ίσως βγει πως η Τέχνη σας καλεί. Τότε, αγκαλιάστε αυτή τη μοίρα, κρατήστε την για πάντα απάνω σας, μ’ όλο το βάρος και το μεγαλείο της, χωρίς ποτέ ν’ αποζητήσετε καμιάν αμοιβή απ’ έξω.

Γιατί ο δημιουργός πρέπει νάναι ολόκληρος ένας κόσμος για τον εαυτό του, να βρίσκει τα πάντα στον εαυτό του και στη φύση, που μαζί της είναι δεμένος.

Μπορεί όμως, έπειτ’ απ’ αυτή την «κάθοδο» μέσα στον εαυτό σας και στον εντός σας «ερημίτη», να πρέπει ν’ απαρνηθείτε τη μοίρα του ποιητή. (Φτάνει, όπως σας είπα, να νιώσει κανένας πως μπορεί να ζήσει και χωρίς να γράφει- κι ευθύς το γράψιμο του είναι απαγορευμένο). Μα και τότε ακόμα, αυτή η αυτοσυγκέντρωση, που σας ζητώ, δε θάχει σταθεί μάταιη. Η ζωή σας θα βρει, δίχως άλλο, μεσ’ από κει, τους δικούς της δρόμους ? κι εύχομαι, περισσότερο απ’ όσο δύνονται τα λόγια μου να σας πουν, οι δρόμοι σας τούτοι νάναι άξιοι, πλατιοί κι ευτυχισμένοι.

Τί άλλο μπορώ να πω; Νομίζω πως τόνισα ό,τι έπρεπε. Κι ακόμα μια φορά, ένα θέλω να σας συμβουλέψω: ν’ αναπτυχθείτε, γαλήνια και σοβαρά, σύμφωνα με το δικό σας νόμο. Θα συνταράζατε, όσο γίνεται πιο βίαια κι ολέθρια, την εξέλιξή σας, αν στρέφετε τη ματιά σας προς τα έξω κι αν προσμένατε απ’ έξω απόκριση σε ρωτήματα, όπου μόνο το πιο βαθύ αίσθημά σας, στην πιο χαμηλόφωνη ώρα σας, μπορεί ίσως ν’ αποκριθεί .

Με χαρά μου βρήκα το όνομα του καθηγητή Horacek στο γράμμα σας. Διατηρώ πάντα, από τα χρόνια κείνα, βαθύ σεβασμό κι ευγνωμοσύνη για τον αγαπητόν αυτό σοφό. Θα είχατε την καλοσύνη να του το πείτε; Είναι τόσο καλός που με θυμάται ακόμα, και του χρωστώ χάρη γι’ αυτό.

Σας στέλνω πίσω τους στίχους, που φιλικά μου εμπιστευτήκατε. Και σας ευχαριστώ, άλλη μια φορά, για τη μεγάλη κι εγκάρδια εμπιστοσύνη σας. Προσπάθησα, στην ανυπόκριτη τούτη απάντησή μου, γραμμένη όσο δυνόμουν καλύτερα, να φανώ της εμπιστοσύνης αυτής κάπως περισσότερο άξιος απ’ ό,τι πραγματικά είμαι, ο ξένος εγώ.

Μ’ αφοσίωση και συμπάθεια

Rainer Maria Rilke

(Rainer Maria Rilke, Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, μτφρ. Μάριος Πλωρίτης)

2

«… Βυθιστεῖτε μέσα στόν ἑαυτό σας, ἀναζητεῖστε τήν αἰτία πού σᾶς ἀναγκάζει νά γράφετε, δοκιμάστε ἄν οἱ ρίζες φυτρώνουν ἀπ’ τίς πιό βαθειές γωνιές τῆς καρδιᾶς σας. Ἐξομολογηθεῖτε στόν ἑαυτό σας: θά πεθαίνατε τάχα, ἄν σᾶς ἀπαγόρευαν νά γράφετε; Τοῦτο, πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα: ἀναρωτηθεῖτε, τήν πιό σιγηλή ὥρα τῆς νύχτας σας: «Πρέπει νά γράφω;» Σκαλίστε βαθειά μέσα σας νά βρεῖτε τήν ἀπόκριση. Κι ἄν ἡ ἀπόκριση αὐτή ἀντηχήσει καταφατικά… τότε πλάσετε τή ζωή σας σύμφωνα μ’ αὐτή τήν ἀνάγκη. Ἡ ζωή σας ἀκόμα καί στήν πιό ἀδιάφορη, τήν πιό ἄδειαν ὥρα της, πρέπει νά γίνει σημάδι καί μάρτυρας αὐτῆς τῆς ὁρμῆς…»

«… Ἄν ἴσως ἡ καθημερινότητά σας σᾶς φαίνεται φτωχή, μή τήν καταφρονήσετε. Καταφρονεῖστε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό σας, πού δέν εἶναι ἀρκετά ποιητής καί δέν μπορεῖ νά καλέσει κοντά του τά πλούτη της…»

«… Ἕνα ἔργο τέχνης εἶναι ἄξιο μόνο σάν ξεπηδάει ἀπό μιάν ἀνάγκη…»

«… Ἀφῆστε κάθε ἐντύπωση, κάθε σπόρο συναισθήματος νά ὡριμάζει μέσα σας, στό σκοτάδι, στό χῶρο τοῦ ἀνείπωτου, τοῦ ὑποσυνειδήτου, ὅπου δέν φτάνει ἡ νόησή σας. Καί μέ βαθειά ταπεινωσύνη κάι ὑπομονή, προσμείνετε τήν ὥρα πού θά γεννηθεῖ ἕνα καινούργιο φεγγοβόλημα: αὐτό, καί μόνο αὐτό, θά πεῖ «ζῶ τήν τέχνη»: εἴτε ἁπλός πιστός της εἶσαι, εἴτε δημιουργός.
Ὁ καιρός ἐδῶ δέν μετράει, ἕνας χρόνος δέν λογαριάζεται, δέκα χρόνια εἶναι ἕνα τίποτα. Καλλιτέχνης θά πεῖ: νά μή μετρᾶς, νά μή λογαριάζεις, νά ψηλώνεις ὅπως τό δέντρο, πού δέν βιάζει τό χυμό του, πού ἀδείλιαστο ἀψηφάει τίς ἀνοιξιάτικες μπόρες, χωρίς νά φοβᾶται μή δέν ἔρθει τό καλοκαίρι. Τό καλοκαίρι ἔρχεται. Ἔρχεται ὅμως μονάχα γιά κείνους πού ξέρουν νά προσμένουν ξένοιαστοι καί γαλήνιοι σάν νά ‘χανε μπροστά τους τήν αἰωνιότητα. Κάθε μέρα πού ‘ρχεται καί φεύγει μοῦ φέρνει ἐτούτη τή διδαχή – διδαχή πληρωμένη μέ πόνους, πού τούς χρωστῶ, ὡστόσο, χάρη: Ὑ π ο μ ο ν ή, αὐτό εἶναι τό μεγάλο μυστικό!…»

«…Οἱ ἄνθρωποι ἔχουνε βρεῖ γιά τό κάθε τί τήν εὐκολότερη (συμβατική) λύση, τήν εὐκολότερη ἀπ’ ὅλες τίς εὔκολες λύσεις. Εἶναι ὡστόσο φανερό πώς πρέπει νά στεκόμαστε στό Δύσκολο. Κάθε ζωντανή ὕπαρξη σ’ αὐτό στέκεται… Εἶναι γόνιμη ἡ μοναξιά ἐπειδή εἶναι δύσκολη…»

«… Ἄν ἦταν βολετό ν’ ἁπλωθεῖ ἡ ματιά μας πέρ’ ἀπ’ τά σύνορα τῆς νόησής μας, καί, ἀκόμα μακρύτερα, ἀπ’ τό φτάχτη τῆς διαίσθησής μας – ἴσως τότε νά δεχόμαστε μέ μεγαλύτερη ἐμπιστοσύνη τίς θλίψεις μας παρά τίς χαρές μας. Γιατί, τίς στιγμές αὐτές σάν κάτι καινούργιο σταλάζει ἐντός μας, κάτι Ἄγνωστο μᾶς διαπερνᾶ. Δειλή καί τρομαγμένη ἡ ψυχή μας βουβαίνεται, ὅλα μέσα μας παραμερίζουν, βαθειά γαλήνη ἁπλώνεται καί τό Καινούργιο, τό Ἄγνωστο, ὀρθώνεται στή μέση σιωπηλό…»

«… Πρέπει νά δεχτοῦμε τήν ὑπόστασή μας ὅσο γίνεται πιό πλέρια. Ὅλα, ἀκόμα καί τό ἀκατανόητο, πρέπει νά’ναι ἐκεῖ, πιθανά. Κατά βάθος, τό μόνο θάρρος πού ζητᾶνε ἀπό μᾶς, εἶναι: νά σταθοῦμε θαρρετοί μπροστά στό Ἀλλόκοτο, τό θαυμαστό, τό Ἀνεξήγητο, πού μπορεῖ ν’ ἀνταμώσουμε. Οἱ ἄνθρωποι δείχτηκαν, σ’ αὐτό τό σημεῖο, τόσο φοβιτσιάρηδες – κι αὐτό ἔβλαψε ἀνείπωτα τή ζωή. Ὅλα ἐκεῖνα πού ὀνομάζουμε «φαντασίες» κι «ὁράματα», ὁλόκληρος «ὁ κόσμος τῶν πνευμάτων» (ὅπως τόν λένε), ὁ θάνατος, αὐτά ὅλα τά τόσο συγγενικά κι «ὁμοούσια» μέ μᾶς πράγματα, τά διώξαμε μέ τήν καθημερινή ἀντίστασή μας, τόσο μακρυά ἀπ’ τή ζωή, ὥστε οἱ αἰσθήσεις μας, πού θά μποροῦσαν νά τά «συλλάβουν» ἀτροφήσανε καί μαράθηκαν. Καί δέν λέω τίποτα σχετικά μέ τό Θεό. Ὅμως ὁ φόβος μπροστά στό Ἀνεξήγητο, ὄχι μονάχα φτώχυνε τήν ὕπαρξη τοῦ ἀτόμου, μά περιόρισε ἀκόμα καί τίς σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν ἄνθρωπο, τίς τράβηξε ἔξω ἀπ’ τό ποτάμι τῶν ἀπέραντων δυνατοτήτων, γιά νά τίς προφυλάξει σέ μιάν ἥσυχη, σίγουρη γωνιά τῆς ἀκροποταμιᾶς.
Δέν φταίει μονάχα ἡ τεμπελιά, πού οἱ σχέσεις τῶν ἀνθρώπων ἐπαναλαμβάνονται μέ τόση ἀνείπωτη μονοτονία, χωρίς ν’ ἀνανεώνονται κάθε φορά: φταίει κι ὁ φόβος, ὁ φόβος μας μπροστά σέ κάτι καινούργιο, πού δέν μποροῦμε νά προμαντέψουμε ποιό θά ‘ναι τό τέλος του καί πού δέν ἔχουμε τό κουράγιο ν’ ἀντιμετρηθοῦμε μαζί του. Ὅμως μονάχα ἐκεῖνος πού εἶναι προετοιμασμένος γιά ὅλα, πού δέν ἀρνιέται τίποτα, οὔτε καί τό αἴνιγμα – μονάχα αὐτός θά ζήσει τίς σχέσεις ἀνθρώπου πρός ἄνθρωπο σ’ ὅλη τους τή ζωντάνια, καί, σύγκαιρα, θά φτάσει στό βάθος τῆς δικιᾶς του ὕπαρξης…»

«… Δέν ἔχουμε κανένα λόγο νά ‘μαστε δύσπιστοι ἀπέναντι στόν Κόσμο μας, μιά καί δέν μᾶς εἶναι ἐχθρικός κι ἐνάντιος. Ἄν ὑπάρχουν τρόμοι μέσα σ’ αὐτόν τόν κόσμο, εἶναι τρόμοι δ ι κ ο ί μ α ς. Ἄν ὑπάρχουν γκρεμνοί, δικοί μας γκρεμνοί εἶναι. Ἄν ὑπάρχουν κίνδυνοι, πρέπει νά προσπαθήσουμε νά τούς ἀγαπήσουμε…»

«… Κι ἡ τέχνη ἀκόμα, δέν εἶναι παρά ἕνας τρόπος ζωῆς. Μποροῦμε ζώντας ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, νά προετοιμαζόμαστε γι’ αὐτήν χωρίς νά τό ξέρουμε. Κάθε τί π ρ α γ μ α τ ι κ ό βρίσκεται πολύ πιό σιμά της ἀπό τά ψευτοκαλλιτεχνικά ἐπαγγέλματα, πού δέν ἔχουν σχέση μέ τήν πραγματική ζωή καί πού, ἐνῶ πιθηκίζουν τήν τέχνη, ἀρνιοῦνται καί προσβάλλουν «ἔργω» ὅλη της τήν ὑπόσταση. Αὐτό κάνει ἡ Δημοσιογραφία, ὅλη σχεδόν ἡ Κριτική καί τά τρία τέταρτα αὐτοῦ πού ὀνομάζεται «Λογοτεχνία…».

Τα «Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή» πρωτοφάνηκαν στα 1929 με τον τίτλο « briefe an einen jungen Dichter ». Ήταν δέκα γράμματα, που ο Rainer Maria Rilke είχε στείλει απ’ τα 1903 ως τα 1908 σ’ έναν άγνωστό του νέο, τον Franz Xaver Kappus , μαθητή της Στρατιωτικής Σχολής κι αργότερα ανθυπολοχαγό του αυτοκρατορικού στρατού της Αυστροουγγαρίας.

Όπως ο ποιητής του «Βιβλίου των Ωρών», έτσι και ο Franz Xaver Kappus παράτησε σύντομα το στρατιωτικό στάδιο κι αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία.

(Ευχαριστώ την Άιναφετς για την παραπομπή.)

Advertisements

~ από jokar στο 11/11/2010.

11 Σχόλια to “Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή”

  1. Αυτό μπορώ να το ονομάσω άμεση και έμμεση ανταπόκριση…
    Ξέρω πως αυτό το κείμενο «σηκώνει» πολύ μελέτη όχι μόνο για όσους γράφουν ποίηση αλλά και για όλους εμάς που γράφουμε…

    Γιατί με ευχαριστείς…εγώ σ’ ευχαριστώ!

    Και φυσικά…τα bisoux…bisour!!! 🙂

    • Στην αρχή έκανα αυτό το λάθος… Τα έστελνα δεξιά κι αριστερά για να πάρω γνώμες, τώρα το έκοψα πλέον.
      Μία από αυτές άρχιζε έτσι:

      «Κατ’ αρχήν το ότι μου έστειλες τα ποιήματά σου για να σου πω τη γνώμη μου, μού θύμισε μια αληθινή ιστορία που μοιάζει με ανέκδοτο: Παλιά δεν ήταν απαραίτητο να πας σε Δραματική Σχολή για να γίνεις ηθοποιός. Πολλοί ξεκινούσαν με κάποια ακρόαση, παίζοντας πολύ μικρά ρολάκια σε ένα θίασο. Στο θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, ένα τέτοιο παιδί τη ρώτησε μια μέρα μετά από κάποιες παραστάσεις: «Κυρία Μαρίκα, τι λέτε; Να γίνω ηθοποιός;» «Όχι, παιδί μου», του απαντάει εκείνη. «Και γιατί, κυρία Μαρίκα», ρωτάει το παιδί ενοχλημένο. «Επειδή ρωτάς», του είπε εκείνη. Χα, χα, χα… Μη ρωτάς, λοιπόν, γράφε και στ’ αρχίδια σου αν αρέσουν ή όχι. Εσύ γράφεις για να βγάλεις αυτό που έχεις στην καρδούλα σου.
      …»

      Σίγουρα αναγνωρίζεις το ύφος γραφής αυτού που το έγραψε, ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ 😉

      Y.Γ. μην μπλέξουμε πάλι στις ευχαριστίες, εγώ σ’ευχαριστώ για την ύπαρξη του blog, ποιήματα τα γράφω απευθείας στο facebook, δεν έχω πρόχειρο ποτέ, ό,τι γράφω είναι της στιγμής, ποτέ δεν σβήνω ή διορθώνω, κατά καιρούς θα αναρτώ κι εδώ.
      Τα «Πρωτόλεια» είναι λίγο πριν την έκδοση, τώρα ελάχιστα μου αρέσουν από αυτά, έχω σχεδόν έτοιμο και τον δεύτερο κύκλο..

      Κι αναρωτιέμαι σαν τον Ρίλκε: Πόσοι από εμάς θα πέθαιναν, όταν μας απαγόρευαν τη γραφή;

      Δεν θέλω να έρθει ποτέ αυτή η στιγμή, αλλά ξέρω πως κάποτε θα έρθει…

  2. Πρώτον τόλμα να μη μου ξαναστείλεις ποιήμά σου…

    Πολύ σωστή η «Κριτική» του Ρίλκε αν μπορώ να την πω έτσι. Η ποιήση είναι κάτι πολύ προσωπικό που σχετίζεται άμεσα με τα βιώματά μας και τον πλούτο των συναισθημάτων μας. Γιατί πάνω από όλα ο Γιάννης, εσύ, γράφεις για τον Γιάννη και άμα αρέσουν και σε κάποιους έχει καλώς. Σε πρώτη φάση άμα ψυχικά σε γεμίζει αυτό που κάνεις τότε η γραφή σου πέτυχε το σκοπό της. Ο διάσημος ποιητής δε πάει να πει πως είναι και καλός ποιητής.

    Για να μη μακρυγορήσω γραψ’ τους όλους, και τον υποφαινόμενο, ξέρεις που, και συνέχισε να γράφεις πρώτα για τον Γιάννη. Μόνο έτσι θα νιώσεις ψυχικά απελευθερωμένος και θα δώσεεις το 101% της φαιας ουσίας σου.

    Άμα η πρώτη σου σκέψη πριν πιάσεις το πληκτρολόγιο, πάνε οι εποχές που λέγαμε μολύβι δυστυχώς, είναι αν η γραφή σου κριθεί άξια ανάγνωσης απο τρίτους μπαίνεις σε ένα ψυχοφθόρο μονοπάτι που μόνο τελειωμό δε θα ‘χει.

    «Δεν θέλω να έρθει ποτέ αυτή η στιγμή, αλλά ξέρω πως κάποτε θα έρθει…»

    Επίτρεψε μου να διαφωνήσω.

    !!ΑΦΝ!!

  3. Βαφτισιμιέ, μια που έχεις μπει στο τριπάκι, γιατί δεν γράφεις κάτι κι εσύ;
    Δεν με ενδιαφέρει η ανάγνωση και η αποδοχή από τρίτους, μια γνώμη ζήτησα παλιά από ανθρώπους του χώρου. Όσο καταλαβαίνω όμως το χώρο αυτόν και την εμπορο-ποίησή του, τόσο απομακρύνομαι, αλλά και τόσο περισσότερο γράφω…
    Κάποτε σε ένα σχόλιο περι έμπνευσης είπε κάποιος:

    «όταν σε ένα super market συνσντώ μια τυχαία γυναίκα προφανώς είναι ενα γεγονός που δεν προκαλει έμπνευση ενα τυχαίο γεγονός.
    Οταν όμως συναντω μια πολυ ενδιαφέρουσα γυναίκα σε μια έκθεση ζωγραφικής όπου έχουμε σταθεί για ώρα μπροστά στους ίδιους πίνακες – και απο την μερια μου δεν είναι τυχαιο – πες μου αυτό δεν ειναι γεγονος που θα μου προκαλεσει έμπνευση?
    Τελικά τα τυχαία γεγονότα ειναι τυχαία??
    Και υπάρχει συνειρμός χωρίς μια αρχική διέγερση των αισθήσεων??»

    δεν άντεξα, απάντησα:

    «Πάντως εμένα να σταθεί ενδιαφέρουσα γυναίκα δίπλα μου όταν θαυμάζω ένα έργο δεν μου έχει συμβεί. Ίσως δεν μπορώ να αντιληφθώ την παρουσία της εκείνη τη στιγμή. Ίσως επειδή προσπαθώ να φανταστώ την έμπνευση μόνο του καλλιτέχνη, τι ήταν αυτό που τον οδήγησε σ’ αυτην τη δημιουργία.
    Και ομολογώ πως η κίνηση μιας «τυχαίας» γυναίκας σε ένα σουπερμάρκετ να ψηλαφίζει το πορτοφόλι της να δει αν βγαίνει ή όχι να πληρώσει τα προς το ζην, ναι, αυτό με διεγείρει…»

    Γράφε βαφτισιμιέ, γράφε, αλλά να μην είσαι προσεκτικός ποτέ σ’αυτά που γράφεις… Όυτε αφαιρετικός ούτε υπαινικτικός, δεν υπάρχουν κανόνες, το μήνυμα που μου έστειλες το περασμένο Σάββατο ήταν από τα καλύτερα ποιήματα που έχω διαβάσει…

  4. Sorry κιόλας αλλά επειδή δε τα πιάνω εύκολα αυτό που στα έχωνα εννοείς καλέ μου?

  5. Καλημέρα Jean!!! 🙂
    Φυσικά και αναγνωρίζω τον σχολιαστή!…
    Oui…c’ est «typicly» lui!!! και εξαιρετικό!
    Πάντως αυτό το κείμενο και ένα άλλο περί έρωτος, προσωπικά μου κάνανε…κλικ!

    Πολλά bisoux με τις καλημέρες μου!!! 🙂

  6. Ναι υπάρχει πολύ ομορφιά παντού γύρω……

    Βρε συ τι μου κάνεις (ευτυχώς)Πάει θα μετακομίσω στο υπόγειο…
    Με την…. ψευδαίσθηση ήμουν οτι το έχω διαβάσει κι αυτό(πριν απο…αιώνες)
    Που να πρωτοσταθώ σ’αυτό το κείμενο και σαν …χμ καλλιτέχνης και σαν γονιός,και σαν άνθρωπος ….
    Πολύ πολύ πολύ σ’ευχαριστώ !!

  7. Ξωτικό – Καλλιτέχνης – Γονιός – Άνθρωπος…
    ανακάτεψε την σειρά… διάβασέ το… νιώσε το…
    Οι τυχόν ευχαριστίες στην Άιναφετσ…

  8. […] άκατα μάκατα σούκουτου μπε     […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: