Αντάμωση…

1

Η ξύλινη πόρτα έτριζε από τον χιονιά και το ξεροβόρι.
Μα εσύ άκουγες χτύπους σαν ολοένα και κάποιον προσμενούσες. Σαν άνοιγες την πόρτα έβλεπες το χιόνι να φτάνει το μισό μέτρο και ίσως τις πεινασμένες ματιές των λύκων να αλλαξοκοιτούν. Ασφάλιζες με βία το πόμολο και τάιζες το τζάκι σου με ξύλα. Είναι βαρύς και τούτος ο χειμώνας, έλεγες, κοιτάζοντας μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Αυτή τη θάλασσα που ντύθηκαν τα μάτια της έχεις 20 χρόνια να τη δεις, μόνο μονολογείς πλέον… Και όταν την συνάντησες στερνή φορά στο μνήμα σου έλειψε πολύ αυτό το θαλασσί και βούτηξες στον όρμο να πνιγείς, ανίκανε, δεν το θυμάσαι;

Ανίκανος και τώρα είσαι, με τη μασιά στα χέρια σου πάνω από το μαγκάλι. Τρέμει η καρδιά σου σύγκορμη κι εσύ ζεσταίνεις τα άκρα σου, ανίκανε…
-«Σκάσε, τι θες εγώ να κάνω πια;» φώναξες στον αέρα.
Συνήθιζες να μιλάς με τον αέρα, τους τοίχους, τα βουνά, οι λιγοστοί οι άνθρωποι που σ’ ‘ έβλεπαν σε έλεγαν τρελό. Ήσουν εχθρός με ό,τι κυλούσε, μία πηγή, ένα ποτάμι, μία θάλασσα εσένα πάντα σκότωνε.
Ή μάλλον πάντα αθώωνε, ο θάνατος θα ήταν δώρο στη μαύρη σου ψυχή.

Τρέμουν τα χέρια σου σαν κάνεις τον σταυρό σου προτού φας. Στην πόλη δεν κατέβηκες να πάρεις τα φάρμακά σου, ούτε καν που κατέβηκες να δεις το λείψανο της γυναίκας σου, τι μου λες…
Άφηνες μόνο το χρόνο να κυλά, αλλά εσύ ποτέ δεν έτρεχες, άφηνες μόνο να σου κιτρινίζει παλιές φωτογραφίες, που όταν ζούσαν εσύ δεν έβλεπες…
-«Μια χαρά…» λες, καθώς σηκώνεις το τσουκάλι απ’ τη φωτιά.
-«Μια χαρά…»
Καταβροχθίζεις τις πατάτες, τις μελιτζάνες, τα καρότα σου, μα στην άκρη αφήνεις το λιγοστό το κρέας.
Αυτό που θα πετάξεις έξω σε λύκους και σκυλιά….
Κάνεις την ανάγκη σου και με νερό ποτίζεις μία κούπα. Πέφτεις για ύπνο, αποκοιμιέσαι…

Μα ξαφνικά ακούς χτυπήματα στην πόρτα, φωνάζεις, βρίζεις μα δεν απαντούν, ολοένα σου χτυπάνε….
Ανοίγεις και βλέπεις δυο ματάκια γαλανά που σου προσφέρουν χέρι,
δακρύζεις, τρέμεις σύγκορμος αλλά έδωσες το χέρι.

Κανείς δεν είδε τίποτα, ούτε χνάρια μες τα χιόνια
ούτε σας είδαν αγκαλιά, ούτε το φως σας είδαν,
κι εγώ ουρανό δεν είδα καν τόσο αίμα που κυλούσε
μόνο τις σάρκες μάζευα από λύκο που πεινούσε…

Advertisements

~ από jokar στο 18/03/2011.

6 Σχόλια to “Αντάμωση…”

  1. Ότι γράφεις υπέροχο αδερφέ μου σου το έχω ξαναπεί.Σε εχαριστώ για το ενδιαφέρον σου και το τηλεφώνημα σου.Να ξέρεις ότι χρειαστείς θα είμαι μαζί σου.

    Καταλαβαινόμαστε τώρα.Δε χρείαζνται περσοτερα.

    Και να αδερφέ μου…

  2. Πάλι μαύρισε η ψυχή του Jean…ναι ξέρω, η επιστροφή!
    Bisoux! 🙂

  3. ελπίζω να είναι όλα καλά jokar… γιατί τόσο μαύρο πάλι;

  4. να είστε καλά για το ενδιαφέρον, καλά είμαι…

  5. Ένα αχ βρε ψυχή μου βγήκε …
    Εύχομαι να βρείς πολύ φώς σύντομα !!

    (άντε και ήθελα να πω πως δεν έχω ανθρωπάκι που να βγάζει τη γλώσσα για το προηγούμενο σχόλιό σου….)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: