Ο Απρίλης της Μαρίας Πολυδούρη.

1

«1η Απριλίου 1922: Να η μέρα μου! Η ημέρα που ήρθα στον κόσμο μέσα σ’ ένα σπιτάκι όμορφο, γεμάτο φως ημέρα που άκουσα τα πρώτα κελαηδήματα των πουλιών, είδα τα πρώτα ρόδα του έαρος. Επέρασαν από τότε είκοσι χρόνια και θα μπορούσα να πιστέψω ότι μόλις τα δέκα έχω περάσει. Και όμως πόσες στιγμές, ημέρες, μήνες, χρόνια λύπης και απελπισίας, στεναγμών και δακρύων βρίσκονται μέσα σ’ αυτήν την ζωή των 20 ετών. Κι’ ακόμα πόσες φορές είμαι πολύ-πολύ περισσότερο από 20 ετών με τις νευρικές χειρονομίες μου, τις ρυτίδες του μετώπου μου, την μελαγχολική σιωπή μου!

Ο μήνας που μου έδωκε την ζωή και ο μήνας που όταν μπει μου παίρνει κάθε ίχνος ζωής! Μια μελαγχολία χωρίς όρια με πνίγει, μια πλήξη τρομερή με παραλύει, μια νευρικότης με πεθαίνει. Απρίλιε… Απρίλιε πόσο ευχάριστα μου ψάλλεις τη δυστυχία μου, μου θυμίζεις ότι μου λείπει… με απελπίζεις».

89 χρόνια πέρασαν από τότε που γράφτηκαν αυτές οι γραμμές. 109 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τότε που γεννήθηκε η κοπέλα που έγραψε αυτές τις γραμμές στο ημερολόγιο της.

109 χρόνια από τότε που γεννήθηκε το ρόδο ενός σύντομου Απρίλη. Όλη της η ζωή – η ζωή που τόσο αγάπησε – κλεισμένη μέσα σε ένα μήνα.

Αυτό το ρόδο της άνοιξης είναι η Μαρία Πολυδούρη.
Το σημαντικότερο στοιχείο της προσωπικότητας της Μαρίας Πολυδούρη είναι η προσωπική της στάση και ο αγώνας που έδωσε στην ζωή της. Συνήθως, το όνομά της σκιάζεται από την παρουσία στην ζωή της του Κώστα Καρυωτάκη, παρουσία ιδιαίτερα σημαντική, καταλυτική θα λέγαμε. Όμως αυτή η σκιά την αδικεί, όχι ποιητικά, αλλά ως στάση ζωής.

Ο Καρυωτάκης με την ποίησή του και την αυτοκτονία του, ήταν το τέλος μιας εποχής. Η Πολυδούρη με τη στάση ζωής της και το έργο της που είναι στον προθάλαμο της ποίησης, γιατί η σύντομη ζωή της δεν της επέτρεψε να το ολοκληρώσει, σηματοδοτεί την αρχή μιας ρήξης.

Ως γυναίκα πάλεψε να σπάσει όλο το απίστευτο βάρος, κοινωνικών προκαταλήψεων και κοινωνικών «καθηκόντων» αιώνων ολόκληρων, δίνοντας μάλιστα έναν αγώνα που δεν περιοριζόταν μόνο στην δεκαετία του ’20, αλλά, υπό την έννοια της ουσιαστικής κοινωνικής απελευθέρωσης της γυναίκας φθάνει ως τα σήμερα.

Γεννήθηκε στην Καλαμάτα την 1η Απριλίου 1902. Γονείς της ήταν ο φιλόλογος καθηγητής Ευγένιος Πολυδούρης και η Κυριακή Μαρκάτου. Μετά το Γύθειο και τα Φιλιατρά, το 1916 η οικογένεια επιστρέφει στην Καλαμάτα. Η Μαρία είναι 14 ετών και θα δημοσιεύσει το πρώτο της ποίημα – ο «Πόνος της Μάνας» το 1915 στο περιοδικό «Οικογενειακός Αστήρ».

Τα πρωτόλειά της τα συγκεντρώνει στην συλλογή «Μαργαρίτες» η οποία δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Το 1918, τελειώνει το Γυμνάσιο και διορίζεται μετά από εξετάσεις στην Νομαρχία Μεσσηνίας. Ενδιαφέρεται για την Οκτωβριανή Επανάσταση στην Ρωσία, για το γυναικείο ζήτημα και την χειραφέτηση της γυναίκας.

Αποφασίζει να σπουδάσει Νομικά και όχι φιλολογία που είχε υποσχεθεί στον πατέρα της για να υπερασπιστεί όλες τις αδικημένες γυναίκες του κόσμου.

Το 1920 μέσα σε διάστημα 40 ημερών η Μαρία Πολυδούρη χάνει και τους δύο γονείς της. Τους γονείς της που είχαν ανάψει την φλόγα της αναζήτησης, και της κριτικής σκέψης σε όλα τους τα παιδιά. Η μητέρα της ασχολείτο και εκείνη με το γυναικείο ζήτημα, ενώ ο πατέρας της ήθελε τις κόρες του ελεύθερες. «Τι κάθεστε και κεντάτε, εγώ θέλω να γίνετε γυναίκες για να ανοίξετε τον δρόμο προς την χειραφέτηση. Εάν δεν τον ανοίξετε εσείς ποιος θα το κάνει στη θέση σας»;

Ήταν η Μαρία Πολυδούρη μαζί με μερικές άλλες γυναίκες που έστειλαν τηλεγράφημα στον Πρόεδρο της Βουλής επί Ελευθερίου Βενιζέλου και ζητούσαν παροχή ψήφου στις γυναίκες.

Η «καλή κοινωνία» των Καλαμών θα αναστατωθεί και όχι μόνο οι άντρες, αλλά και οι γυναίκες θα τα βάλουν με την «περίεργη» που φέρνει αναστάτωση στα «σπιτικά».

Η ανήσυχη Μαρία δεν θα μείνει στην Καλαμάτα μετά τον θάνατο των γονιών της. Θα κάνει το πρώτο άλμα και θα έλθει στην Αθήνα του 1920. Το 1921 εγγράφεται στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου, ενώ το 1922 παίρνει μετάθεση για την Νομαρχία Αττικής με μισθό πείνας.

Η Πολυδούρη κυκλοφορεί σε αυτήν «την πόλη με τους μακριούς δρόμους», είναι μια γυναίκα περιζήτητη, περιφρονεί τα ήθη των αστών και το Τμήμα Ηθών της αστυνομίας τους που κυνηγούσε τα βράδια τις δεσποινίδες που δεν συνοδεύονταν.

Μια ανεξάρτητη νέα γυναίκα, στα μαύρα μάτια της οποίας καθρεφτιζόταν η περηφάνια της ύπαρξής της και η φωτιά του χαρακτήρα της που την ωθούσε να πίνει την ζωή ως την τελευταία σταγόνα.

«Μου λείπει μια καρδιά που να πονεί για μένα» θα σημειώσει η ίδια: Τον Ιανουάριο του 1922 η Πολυδούρη συναντά τον Καρυωτάκη στη Νομαρχία Αθηνών, όπου εκείνος είχε μετατεθεί από την Σύρο. Ο Καρυωτάκης είχε ήδη δημοσιεύσει τον «Πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων» και τα «Νηπενθή».

Η σχέση τους ξεκινά θερμά, όμως δεν επρόκειτο να κρατήσει πολύ. Τον Αύγουστο του 1922 ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από σύφιλη, ασθένεια ανίατη, τότε, και πράγμα -εξίσου σημαντικό- και κοινωνικά στιγματισμένη.

Στο ποίημά του «Δέντρα μου, δέντρα ξέφυλλα» ο Καρυωτάκης θα αποκαλύψει στην Πολυδούρη το φοβερό μυστικό του. Οι καταγραφές στο δικό της ημερολόγιο είναι σπαρακτικές.

Δέντρα μου, δέντρα ξέφυλλα στὴ νύχτα τοῦ Δεκέμβρη,
στὴ σκοτεινή, βαθιὰ δεντροστοιχία
μαζὶ πηγαίνουμε, μαζὶ καὶ ἡ μέρα θὰ μᾶς ἕβρει,
ὦ ἐρημικά, θλιμμένα μου στοιχεῖα.

Αὔριο, μεθαύριο, σύντροφο θὰ μ᾿ ἔχετε καὶ φίλο,
τὰ μυστικά σας θέλω νὰ μοῦ πεῖτε,
μὰ ὅταν, ἀργότερα, φανεῖ τὸ πρῶτο νέο σας φύλλο,
θὰ πάω μακριά, τὸ φῶς γιὰ νὰ χαρεῖτε.

Κι ἀφοῦ ταιριάζει, ὦ δέντρα μου νὰ μένω ἀπ᾿ ὅλα πίσω
τὰ θαλερὰ καὶ τὰ εὔθυμα στὴν πλάση,
ἐγὼ λιγότερο γι᾿ αὐτὸ δὲ θὰ σᾶς ἀγαπήσω,
ὅταν θὰ μ᾿ ἔχετε κι ἐσεῖς ἀκόμη προσπεράσει.
*****
Καθὼς βαδίζω, μιὰ σκιὰ μ᾿ ἀκολουθεῖ ἀπὸ πάνω
σὰν βαρὺ νέφος ἢ φτερὸ δυσοίωνου πουλιοῦ.
Εἶναι μαζί μου ὅπου νὰ πάω, μαζί μου ὅ,τι νὰ κάνω,
καὶ δὲν ἀφήνει οὔτε νὰ δῶ τὸν ἥλιο τοῦ θεοῦ.

Σύμβολα ἐμείναμε καιρῶν ποὺ ἀπάνω μας βαραίνουν,
ἄλυτοι γρῖφοι ποὺ μιλοῦν μονάχα στὸν ἑαυτό τους,
τάφοι ποὺ πάντα μὲ ἀνοιχτῆ χρονολογία προσμένουν,
γράμματα ποὺ δὲν ἔφτασαν ποτὲ στὸν προορισμό τους
*****
Ἄλογα μαῦρα, θίασος ἱπποδρομίου, πετοῦνε
οἱ σκέψεις τώρα, φεύγοντας τὴ μάστιγα τοῦ λόγου.
Κι εἶμαι ἕνας κλόουν τραγικός, ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ δοῦνε
νὰ παίζει, νὰ συντρίβεται μὲ τὴν ὁπλὴ τοῦ ἀλόγου.

2

Η Πολυδούρη ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια της εποχής της, με μια πράξη ιδιαίτερα τολμηρή, αν λάβουμε υπόψη μας και την ηλικία της, προτείνει στον Καρυωτάκη να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά.

Ο Καρυωτάκης αρνήθηκε. Η ψυχολογική διάθεση της Πολυδούρη αποτυπώνεται στο ποίημα «Θα πεθάνω μιαν αυγούλα» του 1922:

Θὰ πεθάνω μίαν αὐγούλα μελαγχολικὴ τοῦ Ἀπρίλη,
ὅταν ἀντικρὺ θἀνοίγη μέσ᾿ στὴ γάστρα μου δειλὰ
ἕνα ρόδο – μία ζωούλα. Καὶ θὰ μοῦ κλειστοῦν τὰ χείλη
καὶ θὰ μοῦ κλειστοῦν τὰ μάτια μοναχά τους, σιωπηλά.

Θὰ πεθάνω μίαν αὐγούλα θλιβερὴ σὰν τὴν ζωή μου,
ποὺ ἡ δροσιά της, κόμποι δάκρι θὰ κυλάη πονετικὸ
στὸ ἅγιο χῶμα ποὺ μὲ ρόδα θὰ στολίζῃ τὴ γιορτή μου,
στὸ ἅγιο χῶμα ποὺ θὰ μοῦ εἶνε κρεβατάκι νεκρικό.

Ὅσα ἀγάπησα στὰ χρόνια τῆς ζωῆς μου θὰ σκορπίσουν
καὶ θἀφανιστοῦν μακριά μου, σύννεφα καλοκαιριοῦ.
Ὅσα μ᾿ ἀγαπῆσαν μόνο θἄρθουν νὰ μὲ χαιρετίσουν
καὶ χλωμὰ θὰ μὲ φιλοῦνε σὰν ἀχτίδες φεγγαριοῦ.

Θὰ πεθάνω μίαν αὐγούλα μελαγχολικὴ τοῦ Ἀπρίλη.
Ἡ στερνὴ πνοή μου θἄρθη νὰ στὸ πῆ καὶ τότε πιά,
ὅση σοῦ ἀπομένει ἀγάπη, θἆναι σὰ θαμπὸ καντύλι
– φτωχὴ θύμηση στοῦ τάφου μου τὴν ἀπολησμονιά.

Με ένα ποίημα του που δημοσιεύθηκε το 1923, με τον τίτλο «Τραγούδι παραφροσύνης», ο Καρυωτάκης δίνει το τέλος του έρωτά του με την Πολυδούρη.

Και πάντα εδαπανούσαμε τον έρωτα, την ήβη. έμοιαζε το Ενδεχόμενο σα μια μεθυστική/ άβυσσος, όταν έρημος διαβάτης όλο σκύβει μόνο για να φαντάζεται το πέσιμό του εκεί.

Αυτή ήταν η πρώτη στροφή του ποιήματος. Αργότερα, ο Καρυωτάκης παρέλειψε την στροφή αυτή και έδωσε στο ποίημα τον τίτλο «Ωχρά Σπειροχαίτη» – είναι το μικρόβιο της σύφιλης – και το συμπεριέλαβε στην συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες» του 1927:

Ἦταν ὡραῖα σύνολα τὰ ἐπιστημονικὰ
βιβλία, οἱ αἱματόχαρες εἰκόνες τους, ἡ φίλη
ποὺ ἀμφίβολα κοιτάζοντας ἐγέλα μυστικά,
ὡραῖο κι ὅ,τι μᾶς ἐδίναν τὰ φευγαλέα της χείλη…

Τὸ μέτωπό μας ἔκρουσε τόσο ἁπαλά, μὲ τόση
ἐπιμονή, ποὺ ἀνοίξαμε γιὰ νά ῾μπει σὰν κυρία
ἡ Τρέλα στὸ κεφάλι μας, ἔπειτα νὰ κλειδώσει.
Τώρα ἡ ζωή μας γίνεται ξένη, παλιὰ ἱστορία.

Τὸ λογικό, τὰ αἰσθήματά μας εἶναι πολυτέλεια,
βάρος, καὶ τὰ χαρίζουμε τοῦ κάθε συνετοῦ.
Κρατοῦμε τὴν παρόρμηση, τὰ παιδικά μας γέλια,
τὸ ἔνστικτο ν᾿ ἀφηνόμεθα στὸ χέρι τοῦ Θεοῦ.

Μιὰ κωμῳδία ἡ πλάση Του σὰν εἶναι φρικαλέα,
Ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει πάντοτε τὴν πρόθεση καλή,
εὐδόκησε στὰ μάτια μας νὰ κατεβάσει αὐλαία
— ὤ, κωμῳδία! — τὸ θάμπωμα, τ᾿ ὄνειρο, τὴν ἀχλύ.

Κι ἦταν ὡραία ὡς σύνολο ἡ ἀγορασμένη φίλη,
στὸ δείλι αὐτὸ τοῦ μακρινοῦ πέρα χειμῶνος, ὅταν,
γελώντας αἰνιγματικά, μᾶς ἔδινε τὰ χείλη
κι ἔβλεπε τὸ ἐνδεχόμενο, τὴν ἄβυσσο ποὺ ἐρχόταν.

Η Μαρία αδιαφορεί για την υγεία της και παθαίνει αδενοπάθεια. Αναρρώνει στο Μαρούσι – τόπος παραθερισμού το 1923 – όπου την επισκέπτεται ο Καρυωτάκης με τον οποίο διατήρησε φιλικές σχέσεις.

Το 1924 την ερωτεύθηκε ένας όμορφος, νέος και πλούσιος δικηγόρος, ο Αριστοτέλης Γεωργίου.

Ο Καρυωτάκης νιώθοντας την τρικυμία στην καρδιά της θα της δώσει το πεζό ποίημα «Η τελευταία». Η Πολυδούρη το εμπιστεύθηκε στην ποιήτρια Μυρτιώτισσα:

Η Μαρία αρραβωνιάστηκε με τον Αριστοτέλη Γεωργίου και το 1925 εγκαταλείπει το Πανεπιστήμιο χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές της.

Την ίδια χρονιά κατέφυγε στην Φτέρη Αιγίου και το πικρό ερώτημα που ανακύπτει είναι αν στις στάχτες και στα αποκαΐδια στα οποία μετετράπη και το μαγευτικό ελατόδασος το 2007 έσβησαν και τα βήματα της Μαρίας Πολυδούρη.

Εκεί έγραψε μια νουβέλα που δεν δημοσιεύθηκε ποτέ, ωστόσο με τον τίτλο «Μυθιστόρημα» περιλαμβάνεται στα «Απάντα» της που κυκλοφορούν από τις «Εκδόσεις Αστάρτη».

Το 1925 η Μαρία Πολυδούρη, φοιτά στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και αργότερα στην Σχολή Κουνελάκη. Το 1926 παίζει στο «Κουρέλι» του Νικοντέμι, ενώ την ίδια χρονιά ξαφνιάζοντας τους πάντες φεύγει για το Παρίσι, όπου φοίτησε στην σχολή υψηλής ραπτικής Εκόλ Πιζιέ, ενώ το πάθος της για την ζωή την έκανε να σπαταλά. Την 1η Φεβρουαρίου 1928 στα αρχεία του νοσοκομείου Σαριτέ, με τον αύξοντα αριθμό 1754 κατεγράφη η είσοδός της σε αυτό ως φυματική…

Το 1928 επιστρέφει στην Αθήνα και νοσηλεύεται στο νοσοκομείο «Σωτηρία». Την έβαλαν στη τρίτη θέση σε ένα δωματιάκι που προοριζόταν για τους κατάκοιτους.

4

Εκεί θα μάθει για την αυτοκτονία του Καρυωτάκη και εκεί θα γνωριστεί με τον Γιάννη Ρίτσο, άρρωστος κι αυτός τότε, στον οποίο αφιέρωσε το ποίημα «Θυσία». Στη «Σωτηρία» θα της σταθεί ιδιαίτερα η αδελφή της Βιργινία που αφιέρωσε όλη της την ζωή στην Μαρία.

Στον κ. Γιάννη Ρίτσο

Καρδιά μου, τούτη η ώρα εδώ που εστάθη
με μια δεσποτικιά γαλήνη, κάτι
έχει βαρύ, μ’ αγγίζει σαν το μάτι
του άγριου μοιραίου που λάθεψα πως χάθη.

Ο λογισμός μου τώρα αδυνατίζει
και σκύβει σαν ο ένοχος μπροστά σου.
Καμμιά φωνή να μου φωνάζη, στάσου.
Ούτε μια ελπίδα, εντός μου να φωτίζη.

Και δεν αντέχω, θα τ’ακούσης όλα,
τίποτα δεν εσκέπασεν η λήθη.
Θα σου τα πω σαν ένα παραμύθι
καρδιά μου ερημική κι’ ονειροπόλα.

Κύτταξε το βραδάκι αυτό που κλείνει
τόση γαλήνη κι’ όταν αντικρύζη
τον κάμπο είνε σα χάδι, δε δροσίζει
όμως, μια νοσταλγία μέσα μας χύνει…

Μαντεύω απ’ τη γαλήνη σου τι θλίψη
πικρή σε τρώει φτωχή καρδιά μου κ’ έρμη.
Της ύπαρξής σου σούκλεψαν τη θέρμη
κ’ η δρόσο του καημού σούχει απολείψει.

Λουλούδι που το φως σ’ είχε αγαπήσει
έμεινες μοναχά με τη λαχτάρα,
που αργά γίνηκε φλόγα και κατάρα
τίποτα πια ’πο σε να μην αφήση.

Είδα το φως αυτό να λιγοστεύη
τότε και σένα αγάλια να χλωμαίνης.
Σούειπα, θυμάσαι; Πρέπει να υπομένης
και σούδειξα τη σκέψη που πιστεύει.

Ήταν ωραία κάποτε, θυμάσαι;
την εκαμάρωσες και συ καρδιά μου.
Αχ, η αρμονία πως ώρμησε βαθιά μου
τότε. Μα σε είδα πάλι να λυπάσαι…

Τώρα, για σένα είνε όλα τελειωμένα.
Και τη στερνή πνοούλα έχεις αφήσει.
Η σκέψη μου που μάταια έχει ανθίσει
Μαδάει σε νεκράνθια σπαραγμένα.

Το δωματιάκι όπου νοσηλευόταν το διακόσμησε με πορτραίτα ποιητών όπως ο Μπάιρον, ο Μποντλέρ, ενώ την φωτογραφία του Καρυωτάκη την είχε στο κομοδίνο της. Την επισκεπτόταν ο Φώτος Πολίτης, η Μαρίκα Κοτοπούλη, οι ποιητές Παπαδάκης, Ζώτος, Χονδρογιάννης. Της συμπαραστάθηκε με πολύ αγάπη η Μυρτιώτισσα.

Το 1928 η Μαρία Πολυδούρη εκδίδει την συλλογή της «Τρίλιες που σβήνουν» και το 1929 πάντα νοσηλευόμενη στην «Σωτηρία» εκδίδει την δεύτερη συλλογή της «Ηχώ στο Χάος»

Τον Φεβρουάριο του 1930, η Μαρία Πολυδούρη μεταφέρεται στην κλινική Χρηστομάνου στα Πατήσια με πρωτοβουλία του Άγγελου Σικελιανού και μερικών άλλων φίλων που δεν άντεχαν να την βλέπουν να αργοπεθαίνει πάμπτωχη σε άθλιες συνθήκες δημόσιου νοσοκομείου. Αρνείται τον έρανο που είχε ανοίξει το «Βήμα».

Έφυγε τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930 με ενέσεις μορφίνης που ζήτησε να της «περάσει» ένας αφοσιωμένος θαυμαστής της ο Βασίλης Γεντέκος. Κηδεύτηκε την ίδια μέρα στο Α Νεκροταφείο Αθηνών. Ο τάφος της δεν υπάρχει. Η εκταφή των οστών της πραγματοποιήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1933 από την αδελφή της Βιργινία.

Σύντομο το πέρασμα της από τούτη τη ζωή. Τη ζωή που λάτρεψε, την ζωή που αγάπησε, τη ζωή που ήθελε να ζήσει, τη ζωή της που δεν χωρούσε σε πλαίσια. Το προαίσθημα πως η ζωή της θα είναι σύντομη, οδήγησε την γραφή της. Μια γραφή για όνειρα απραγματοποίητα, μια γραφή για έρωτες ανεκπλήρωτους, μια γραφή για αβάδιστους, ακόμα, δρόμους εντός μας, και μέσα στις πολύβουες πολιτείες, μια γραφή για νυχτερινούς διαβάτες που τα πιο ακριβά τους όνειρα τα πατούν οι αδιάφοροι περαστικοί.

«Εμείς οι νέοι, ολότελα ξένοι στην οικογένεια είχαμε το αίσθημα πως κηδεύουμε κάποιον που κρυφά ανήκει μόνο σε μας. Εμείς την ώρα που πορευόταν προς τον τάφο το λείψανο της Μαρίας Πολυδούρη, ακούγαμε σκοτεινά μέσα μας να ανακρούεται το επικό εμβατήριο μιας εποχής» έγραψε ο Άγγελος Τερζάκης στο κείμενό του «Ο ματωμένος λυρισμός» που δημοσιεύθηκε στο «Βήμα» στις 19 Απριλίου 1961, ενώ θα ολοκληρώσουμε αυτό το σημείωμα με ένα απόσπασμα από κείμενο της Πολυδούρη [διατηρώντας την ορθογραφία της εποχής] που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 1331 τα Χριστούγεννα του 1982.

«Ο πόνος είνε το φριχτό και το μεγάλο δώρο. Να τον δεχτής για να στραγγίσης τη ζωή ως την τελευταία σταγόνα. Να τον δεχτής για να παλαίψης, ο αγώνας είνε η ζωή. Η αντίδρασή σου σε κάθε χτύπημα είνε μια νίκη, όσο κι αν χάνεις λίγο λίγο έδαφος, γιατί βέβαια εσύ θα εξαντληθής όχι η ζωή. Μα αυτή η απεγνωσμένη προσπάθεια, το κατανάλωμα της ψυχής μας, της ζωής μας όλης, τι αφάνταστα φριχτό και τι σεμνά μεγαλειώδες! «Καθήκον» λέξις τριμμένη, σχεδόν χωρίς ουσία και μισητή. Τι ανύψωμα θάπρεπε να της δώσω, τι ντύσιμο να της κάνω -μάλλον τι ξεντύσιμο- για να τη δώσω στον αγώνα της ζωής! Ένα καθήκον ευγενείας. Είνε ευγένεια το δόσιμο στην καταστροφή της ζωής. Πόσες γωνιές της ψυχής σου θα φωτισθούν, τι εξαϋλωμα, εξαγίασις ο σπαραγμός, η συντριβή, η ταπεινωσύνη. Στο βάθος του πόνου ολοένα, που να τελειώνουν όλα μπρος στα μάτια σου, που να σου λείπει η πνοή, που να νιώθης κάθε στιγμή τη λόγχη στα σπλάχνα, έτσι πέρνεται η μεγάλη γαλήνη της μορφής και το φωτοστέφανο της Ζωής: ένας άξιος άνθρωπος! Έτσι μόνο θ’ αξιωθής, όταν η μεγάλη στιγμή φτάση, να καταλάβεις βαθιά ότι έζησες, ότι τη Ζωή την πήρες όλη, ότι τόσο την εξάντλησες, ώστε αν κανείς σου πρότεινε ένα ξαναγύρισμα να αρνηθής με κάθε ειλικρίνεια και απλότητα».

Άνοιξη (Κ.Καρυωτάκης)

Έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους.
Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία.
Βυθίζει κάποια μυγδαλιά τον ανθοχαμόγελό της
στου βάλτου το θολό νερό. Και η θύμηση τής νιότης
παλεύει τόσο θλιβερά την άρρωστη ακακία…
Εξύπνησε μια κρύα πνοή μες στη σπασμένη σέρα,
όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα.

Το κυπαρίσσι, ατελείωτο σα βάσανο, προς τ’ άστρα
σηκώνει τη μαυρίλα του διψώντας τον αέρα.
Και πάνε, πένθιμη πομπή λες, της δεντροστοιχίας
οι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους.
Οι δύο λατάνιες ύψωσαν μες στην απελπισία τους
τα χέρια. Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας.

Άνοιξη (Μ.Πολυδούρη)

Φούντωσε η Άνοιξη και δω σε κάθε δέντρου κλώνο.
Τα πάρκα λουλουδίσανε και κείνα.
Μα δε μου λέει η γιορτερή χαρά τους, παρά μόνο
πως λείπω μακριά ’πο σέν’ Αθήνα.

Έρχεται ακάλεστη, βουβή, μέσ’ στου ηλίου το θάμπος
βροχούλα που κανείς δεν υποπτέφτη
και νοιώθω, η νοσταλγία σου καθώς μ’ ανάφτει, σάμπως
ξεχωριστά για μένανε να πέφτη.

5

«Ἀγαπητοὶ φίλοι!

Ἴσως τὸ γράμμα αὐτὸ νὰ μὴν διαβαστεῖ ποτέ, ἀπὸ κανέναν, ἀλλὰ στ᾿ ἀλήθεια δὲ μὲ νοιάζει. Ἴσως μέχρι νὰ φτάσει στὰ χέρια σας νἄχω πειὰ ὁλότελα ξεχαστῆ ἀπ᾿ ὅλους. Ἀλλά, οὔτε δὰ κι᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο μὲ νοιάζει. Ἐξάλλου, δὲν ἔχω καὶ πολλὰ νὰ σᾶς πῶ, θέλω μόνο νὰ σᾶς θυμίσω ὅτι κάποτε ὑπῆρξα. Κάποτε ὑπῆρξα κι᾿ ἤμουν καὶ ζωὴ καὶ θάνατος μαζί. Καὶ ζωὴ καὶ Χάρος ἤμουν!

Ἔζησα, τὁμολογῶ, μιὰ ζωὴ δηλητηριασμένη, γι᾿ αὐτὸ θαρρῶ ἀποφάσισα νὰ τὴν ἐγκαταλείψω. Ἐκεῖνο ποὺ γιὰ τοὺς ἄλλους ἤτανε ζωή, γιὰ μένα θάνατος ἦταν. Γεννιόμουνα καὶ πέθαινα κάθε μέρα, ὥρα καὶ στιγμή. Ζοῦσα μὲ τὸ θάνατο, ζοῦσα γιὰ νὰ πεθάνω, μὰ τουλάχιστον δὲ ζοῦσα νεκρὴ ὅπως οἱ γύρω μου, τὰ μικρὰ ἀστεῖα ἀνθρωπάκια ποὺ λέγαν πὼς μ᾿ ἀγάπησαν, κι᾿ ἂς μὴν μπόρεσαν ποτέ, κι᾿ ἂς μὴν τόλμησαν ποτὲ νὰ διαβάσουν τὴν ψυχὴ ποὔκρυβε περίσσιο φῶς καὶ σκοτάδι μέσα της. Κατὰ βάθος μὲ φοβόντουσαν καὶ δὲν ἀργοῦσαν νὰ τραποῦν εἰς ἄτακτον φυγήν. Δὲν ἄντεχαν νὰ μὲ κοιτοῦν κατάμματα, μὴν τύχει καὶ τοὺς κλέψω τὴν ψυχή τους.

Ἀγαπήθηκα, ἀγαπήθηκα πολύ, μὰ μπορεῖ ποτὲ κανεὶς νὰ φαντασθῆ ὅτι λυπόμουνα βαθειὰ ὅταν καταλάβαινα ὅτι μ᾿ ἀγαποῦσαν; Ἐγώ, ἴσως νὰ μὴν ἀγάπησα ἀρκετά, ὄχι ὅσο ἔπρεπε. Τὸν ἰδανικό μου ἔρωτα θαρρῶ τὸν ἔζησα στὴ φαντασία μου. Ἡ ψυχή μου καὶ ἡ ἀγάπη γεννήθηκαν τὴν ἴδια μέρα. Αὐτὸ τὸ ἔνιωθα μέσα μου, κι᾿ ὅμως δὲν πίστευα ὅτι θὰ ὑπῆρχε μέρα ποὺ θὰ μοῦ ἀποδείκνυε ὅτι ἀγαποῦσα ἀληθινά. Δὲν εἶνε στ᾿ ἀλήθεια τραγικό, μιὰ μεγάλη εἰρωνεία, νὰ μιλοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη ἄνθρωποι ποὺ δὲν τὴν γνωρίζουν καὶ νὰ σιωποῦν ἐντελῶς κεῖνοι ποῦ νοιώθουν τὴν ψυχή τους νὰ πνίγεται στὸ πόνο της;

Πολλοὶ λέγαν ὅτι ζοῦσα μεσ᾿ στὸ κεφάλι μου. Κάτι ἔπρεπε νὰ ποῦν κι᾿ αὐτοί… Πῶς ἄλλως θὰ μὲ κατέτασσαν σὲ συγκεκριμένη κατηγορία ἀνθρώπων; Ἄνθρωποι, ἀνθρωπάκια! Ἡ ζωὴ ἕνα τεράστιο ψέμα ποὺ ἄλλοι τὸ ἀγαπᾶνε κι᾿ ἄλλοι – οἱ λίγοι – προσπαθοῦν νὰ τὸ κάνουν ἀληθινὴ ζωή. Ἐσεῖς, ἀγαπητοὶ ἄγνωστοί μου φίλοι, πῶς ζεῖτε; Ζεῖτε; Μιὰ φάρσα, αὐτὸ ἦταν ἡ δικιά μου ζωή. Κανεὶς δὲν τὴν κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρὶς νὰ τὸ θέλω, ἔζησα στὸ περίπου, καὶ σκηνοθέτησα τὸ θάνατό μου. Κι᾿ ὅμως ἀγαποῦσα τὴ ζωή, ἀλλὰ πάντα αὐτὴ μοὔπαιρνε ὅ,τι ἄλλο ἀγαποῦσα. Μοῦ ἔλειπε πάντα μιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ πονῆ γιὰ μένα. Κι ἦταν δύσκολο, δύσκολο πολὺ νὰ ζῶ μονάχη μου μέσ᾿ σἕνα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στὰ μικρά της ζωῆς καὶ στὸ τίποτα. Ἤμουνα σὰν παράσιτο, σὰν μαῦρο ξωτικὸ ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο κι᾿ ἀντὶ νὰ ταξιδέψει στὸν ὀνειροκόσμο του, ξέπεσε σὲ τούτη δῶ τὴ γῆ. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος μὲ ρώτησε κρυφὰ ἂν εἶμαι χήρα σὰν φοροῦσα μαῦρα βαρειά. Ἐγέλασα. Ἀλήθεια ἦταν! ἂν μάντεψε τὴν ψυχή μου, καλὰ τὴν ὠνόμασε χήρα…

Εἶνε ποὺ θὰ παρακαλοῦσαν νὰ εἶχαν ζήσει στὴν ἐποχή μου. Ἐγώ, θἄθελα νὰ ζήσω σὲ κάποιαν ἄλλην ἐποχή. Ἔζησα ἀνάμεσα σὲ μιὰ γενειὰ ἡττημένη. Κάποιοι ἀπό μας κάναν τὸν πόνο στίχο, τὴν ὀργὴ τραγούδι, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τόλμησε… – οὔτ᾿ ἀπὸ μᾶς οὔτ᾿ ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους – δὲν τόλμησε νὰ νὰ ξεφύγει ἀπ᾿ τὸ χαραγμένο μονοπάτι, δὲν τόλμησε νὰ πεῖ ὅ,τι στ᾿ ἀλήθεια σκεφτότανε, δὲν τόλμησε νὰ κάνει ὅ,τι στ᾿ ἀλήθεια ἤθελε νὰ κάνει. Οἱ περισσότεροι ἦταν – εἴμασταν – δειλοὶ ποὺ ᾿ψαχναν ἁπλὰ ναύρουν τὴν αὐτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποὶ κι᾿ ἀνάπηροι. Ὀλίγοι γέροι μὲ κακόβουλο ὕφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι καὶ ὑπερφίαλοι… Ἀπόκληροί της ἀντίληψης… Κι᾿ ὅμως ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ Κ., ὁ μόνος ποὺ θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ μὲ καταλάβει, ἀλλὰ οὔτε καὶ κεῖνος τόλμησε… Μοὖπε μάλιστα, πὼς μὲ λυπόταν γιατί τὸν ἀγαποῦσα… ὅτι ἤμουνα γι᾿ αὐτὸν μιὰ παρηγοριά. Τὄχε ἡ ἐποχή, κανεὶς δὲν ἦταν ὁ ἐαυτός του! Γι᾿ αὐτὸ θαρρῶ καὶ ἔζησα τόσο μόνη, κι᾿ ἂς εἶχα πάντοτε κάποιους νὰ μὲ συντροφεύουν, ἀδέλφια μου σένα πόνο ποὺ δὲ θὰ μποροῦσαν ποτὲ νὰ συλλάβουν. Ἔκαναν τὰ πάντα γιὰ μέ, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τους ἦταν μιὰ θυσία ποὺ ποτὲ δὲν δέχτηκα μὲ εὐμένεια κι᾿ οἱ ἀνησυχίες τους χειροπέδες γιὰ μένα. “Πόσο εἶνε ἀστεία ἡ ζωὴ μὰ καὶ πόσο ἀστειότεροι εἴμαστε μεῖς ποὺ τὴν ἀνεχόμαστε τέτοια”, ἔγραψα, θυμᾶμαι, κάποτε στὸ ἡμερολόγιό μου…

Μά, ἀπὸ τότε ἔχουν πειὰ περάσει χρόνια. Πόσα, δὲν ξεύρω, ἀφοῦ ὁ χρόνος δὲν ἔχει πειὰ γιὰ μὲ καμμία σημασία. Τώρα, εἶμαι κάπου ἀλλοῦ καὶ ζῶ – ἂν τούτη δῶ ἡ κατάσταση θεωρεῖται ζωὴ – μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς ἀναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τὰ τετράδια τοῦ μυαλοῦ καὶ κυττάζω πίσω. Ὅλα ζητάω τὰ χαμένα, τὶς μικρὲς στιγμές, τὸν ἀγαπημένο… Γυρνῶ τὸ βλέμμα καὶ τὸν κυττάζω πάντα τὸ δρόμο ποὺ ἀφήσαμε. Εἶνε μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες καὶ φρίκη… εἶνε τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος… κι᾿ ὅμως – θεὲ συγχώρεσέ με – θὰ τὸν ἔπερνα μὲ τὴν καρδιὰ γεμάτη δάκρυα καὶ μεταμέλεια… Μὲ τὴν καρδιὰ δεμένη μὲ τὰ σίδερα τῆς ἁμαρτίας θὰ ξεκινοῦσα νὰ σ᾿ εὕρω μοναδικὴ κι᾿ ἀξέχαστή μου ἀγάπη… Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο, μόνο νὰ φτάσω, νὰ σταθῶ κοντά σου τόσο ποὺ φτάνει γιὰ νὰ ἰδῶ… νὰ ἰδῶ τὸ πρῶτο βλέμμα σου ἐκεῖνο ποὺ μοῦ ᾿ριχνες σὰν ἔφτανα… τὶς μικροῦλες ὅλες ἐκεῖνες ρυτίδες στὸ πρόσωπό σου… νὰ ἰδῶ τὰ χέρια σου ν᾿ ἁπλώνονται σὲ μένανε νὰ μὲ ἀγκαλιάσουν… νὰ ἰδῶ… νὰ νοιώσω τὸ φίλημά σου… Εἶνε τόσο μεγάλος ὁ καϋμὸς καὶ εἴμεθα τόσο μικροὶ ἕνας-ἕνας ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν ἀποτελοῦμεν…

Τὰ λόγια αὐτὰ ἴσως νἀκούγονται σὰν παραλήρημα ἑνὸς ἑτοιμοθανάτου, μά, ἀλοί, δὲν μπορῶ νὰ πεθάνω ἀφοῦ εἶμαι ἀπὸ χρόνια πειὰ νεκρή. Ὅσο ζοῦσα, ὅσο ἔζησα, ἤμουνα παιδί. Ἤμουνα ἕνα παιδὶ ἄμυαλο, μπορῶ νὰ τὸ παραδέχωμαι ἀλλὰ καὶ ποιὸ παιδὶ δὲν εἶνε ἄμυαλο; Ἕνα παιδὶ εἶμαι ἀκόμη… Ἕνα παιδὶ ποὺ γράφει σὲ σᾶς, τοὺς ἄγνωστούς του φίλους, γιὰ νὰ τοὺς πεῖ: νὰ μείνετε πάντα παιδιά, κι᾿ ἂν εἶνε δυνατὸν ἄμυαλα παιδιά. Νὰ ζήσετε τὴ ζωή σας μὲ τρέλλα, νὰ ζήσετε παράλογα, νὰ σκοτώσετε τὴ λογικὴ ποὖνε ὁ φονιὰς τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ζωῆς, νὰ τολμήσετε νὰ κάνετε τὰ δύσκολα, τὰ μεγάλα, τὰ σημαντικά, ν᾿ ἀκολουθήσετε τὰ δύσβατα μονοπάτια, ν᾿ ἀφήσετε νὰ θρονιαστεῖ στὴν καρδιά σας γιὰ πάντα ἡ ἄνοιξη καὶ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη, ν᾿ ἀγαπήσετε μὲ πάθος καὶ νὰ καεῖτε ἀπ᾿ τὴ φλόγα τῆς ἀγάπης σας, νὰ κάνετε τὸν πόνο, τὴ χαρά, τὴν κάθε σας στιγμὴ τραγούδι, κι᾿ ὅταν ἔρθ᾿ ἡ ὥρα ἡ στερνὴ νὰ πεθάνετε ὄχι ἀπὸ πλῆξι, ἀλλὰ ἀπὸ εἰλικρίνεια ὅπως ὁ φίλος τζίτζικας, ποὺ τόσο ὡραία τὰ ἔλεγε μὰ μεῖς τὰ παίρναμε γιὰ γκρίνια…

Τώρα, καθὼς γράφω τὶς τελευταῖες γραμμές, κυττῶ πίσω καὶ ἀντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: ἔζησα ἐλεύθερη ὅσο καμμιὰ ἄλλη γυναίκα τῆς ἐποχῆς μου, ἔκανα πράγματα ποὺ δὲν ἔκανε καμμιὰ ἄλλη, κι᾿ ἀγαπήθηκα ὅσο λίγες. Καί, δὲν τὸ ξεχνῶ, καθὼς τὸ βλέμμα μου ἔσβηνε, ἐκείνη τὴ μελαγχολικὴ αὐγούλα τ᾿ Ἀπρίλη, δὲν ἤμουν πειὰ μόνη. Νέοι ποὺ μ᾿ ἀγάπησαν ἦρθαν νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσουν καὶ φίλες γκαρδιακὲς στὸ προσκεφάλι μου ἕνα τελευταῖο τραγούδι νὰ μοῦ χαρίσουν…

Αὐτὸ εἶναι τὸ γράμμα μου στὸν κόσμο ποὺ ποτὲ δὲν ἔγραψε σὲ μένα, ὅπως λέει κι᾿ ἡ καλή μου φίλη.

Μὲ ἀγάπη
Μαρίκα Πολυδούρη»

Τον Δεκέμβριο του 1927, ο Καρυωτάκης εκδίδει τη τελευταία του ποιητική συλλογή, με τίτλο Ελεγεία και Σάτιρες.Τον Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάται στην πόλη της Πάτρας και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή, αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και την μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Στις 20 Ιούλη αποπειράται να αυτοκτονήσει προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα, αφού επισκέφτεται ένα καφενείο της Πρέβεζας, λίγες ώρες αργότερα αυτοκτονεί με περίστροφο κάτω από έναν ευκάλυπτο.

Στο μεταξύ,στο Παρίσι η Πολυδούρη σπουδάζει ραπτική, αλλά δεν κατορθώνει να εργαστεί, επειδή προσβάλλεται από φυματίωση. Επιστρέφει στην Αθήνα και συνεχίζει τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου μαθαίνει για την αυτοκτονία του πρώην εραστή της Κώστα Καρυωτάκη. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν» και το 1929 τη δεύτερη, με τίτλο «Ηχώ στο Χάος». Η φυματίωση τελικά θα την καταβάλει και θα αφήσει την τελευταία της πνοή στην Κλινική Χριστομάνου τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930.

Είπα να πρωτοτυπήσω και να σας βάλω μια πρωταπριλιάτικη ιστορία αγάπης… τα ψέματα τα αφήνω σε άλλους…

Καλό μας μήνα με πάσα ειλικρίνεια, να είστε όλοι καλά και να μάχεστε για το καλύτερο…

Advertisements

~ από jokar στο 31/03/2011.

4 Σχόλια to “Ο Απρίλης της Μαρίας Πολυδούρη.”

  1. Ο συνδυασμός βιογραφικών στοιχείων σε παραλληλισμό με το πανέμορφο οπτικοουακουστικό υλικό δείχνουν άνθρωπο με πλούτο ευαίσθητων συναισθημάτων.Συναισθήματα που πηγάζουν από μία άδολη,μικρού παιδιού,καρδιά.Ανθρώπου βαθιά συνιδητοποιημενου στο τομέα των καλών συ-λογισμών.

    Μόνο ένα ψεγάδι σου καταλογίζω.Το τέλος της ανάρτησής σου επιβεβαιώνει τον κανόνα:Ότι όλα τα καλά κάποτε,δυστηχώς,τελειώνουν.

    Καλό σου Μήνα ισόβιε ΑΝΦ μου.

    • Να είσαι καλά βρε, μια διόρθωση μόνο: όλα κάποτε τελειώνουν, καλά ή κακά, ας το πάρουμε χαμπάρι επιτέλους…
      Να είσαι καλά!

  2. Eξαιρετικό το αφιέρωμα Γιοκαρίνο ,πολύ σ’ευχαριστώ .
    Τραγικά «πρωταπριλιάτικη» μοιάζει η ζωή τόσες φορές….
    Ζωές που μοιάζουν καταραμένες κερδίζουν την αιωνιότητα…..
    Δεν ξέρω αν είναι τρέλλα ξέρω πως μόνη ελπίδα «ὅταν ἔρθ᾿ ἡ ὥρα ἡ στερνὴ νὰ πεθάνετε ὄχι ἀπὸ πλῆξι… » αλλά γαλήνιοι απ’την αίσθηση οτι ζήσαμε αληθινά είναι να μένουμε πιστοί σ’αυτά που ζητά η ψυχή μας.
    Καλό μήνα !!

  3. Κι όπως έλεγε η Μαρία Νεφέλη του Ελύτη:
    «Ποιος ακούει; Ποιος άκουσε;
    Δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες, ποια είναι η χώρα σας;
    Ένα κορμί μου μένει και το δίνω. Σ’ αυτό καλλιεργούνε, όσοι
    ξέρουν, τα Ιερά, όπως οι κηπουροί στην Ολλανδία τις τουλίπες.
    Και σ’ αυτό πνίγονται όσοι δεν έμαθαν ποτέ από θάλασσα κι από κολύμπι…
    Ροές της θάλασσας κι εσείς των άστρων μακρινές επιρροές –
    παρασταθείτε μου!»

    Πολύ καλό σου μήνα Ξωτικούλι μου γλυκό, εγώ σ’ευχαριστώ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: